ἀμβλακίσκω

ἀμβλακίσκω
Page in Frisk: 1,89

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • καταμβλακεύω — (Α) παραμελώ κάτι από οκνηρία, από ραθυμία. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ἀμβλακεύω, μεταπλασμένος τ. τού ἀμβλακίσκω «αστοχώ, αποτυγχάνω»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.